ἀμάμαξυς

ἀμάμαξυς, -υος
Grammatical information: f.
Meaning: `vine trained on two poles' (Epich., Sapph., ).
Other forms: gen. -υδος (Sapph.). = ἄμπελος η γένος σταφυλῆς H.; σταφυλῆς γένος, οἱ δε την ἀναδενδράδα οὕτω καλεῖσθαι Suid.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 212 compares ἀμαξίς γένος σταφυλῆς ἀπὸ ἀναδενδράδος H., which is no doubt correct. The word shows reduplication. The further connection with βῆκα· ἀναδενδράς H. is of course very doubtful; better, though still doubtful, the comparison with Hitt. maḫla-. Cf. also Kuiper FS Kretschmer 215 n. 15. This is a typical substr. word (wrong Alessio, Studi Etr. 33, 1965, 718).
Page in Frisk: 1,85

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμάμαξυς — ἀμάμαξυς ( υος και υδος), η (Α) κληματαριά που στηρίζεται σε δύο πασσάλους 2. χωλός που στηρίζεται σε δύο βακτηρίες. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη άγνωστης ετυμολογίας. Απαντά και τ. άμάμαξυς με δασεία κατά παρετυμολογική σύνδεση με το επίρρ. ἅμα «συγχρόνως,… …   Dictionary of Greek

  • ἁμάμαξυς — vine trained on two poles fem nom sg ἁμάμαξυς vine trained on two poles fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμάμαξυν — ἁμάμαξυς vine trained on two poles fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψευδαμάμαξυς — αμάξυος, ὁ, Α ψευδής άμπελος, φυτό που μοιάζει με κλήμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + ἁμάμαξυς «άμπελος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.